Blade Runner (1982)

Αγέραστο.
Αλάνθαστο. 
Αμείλικτο. 
Άριστο.

All those moments will be lost in time, like tears in rain.

 

It’s too bad she won’t live! But then again, who does?



Memories! You’re talking about memories!

 

2 Σχόλια

Αφήστε μας ένα σχόλιο

  • Γιώργος Καλαποθαράκος
    on

    Είμαι μια από αυτές τις ταινίες που γυρίζονται πολύ σπάνια, διότι πρέπει να συνδυαστεί ένα πολύ μεγάλο μπάτζετ (30 εκατομμύρια, το 1980) με μια μη-εμπορική (αργός ρυθμός) ιστορία δράσης, γεμάτη αλληγορίες και δυσνόητη πλοκή. Να σκηνοθετεί ο Ρίντλεϊ Σκοτ (μάστορας στο να δημιουργεί οπτικά έναν καινούριο κόσμο) και να έχει πρωτοκλασάτο καστ ικανό για υψηλού επιπέδου ερμηνείες.

    Συγκλονιστικός ο Ρούτγκερ Χάουερ σε ένα ρόλο πραγματικά απαιτητικό. Επαναστατεί για να ζήσει, σκοτώνει τον δημιουργό του, σώζει τον κυνηγό του και τέλος παραδίδεται στο πεπρωμένο κράζοντας το κύκνειο άσμα του. Κι όλα αυτά ενώ υποτίθεται ότι δεν είναι άνθρωπος. Η εναρκτήρια σκηνή με τη μουσική του Βαγγέλη να σου σηκώνει την τρίχα κάγκελο. Ο Χάρισον Φορντ να κυνηγάει τον μονόκερώ του, την ματαιότητα του άπιαστου ονείρου και της αθανασίας που θα ανακαλύψει στο πρόσωπο της Ρέιτσελ ενός άλλου ανδροειδούς. Δεν έχω λόγια, θαυμάζω το «Blade Runner» απεριόριστα. Είναι από αυτά που τα είχα στο 9/10 για να το δω μετά από 10 χρόνια και να του δώσω αυτό που του αξίζει.

    Φρόντισε η κόπια που θα το δεις να είναι σε υψηλή ανάλυση, το αξίζει.

    Έχω δει την πρώτη εκδοχή, αυτή που παίχτηκε στους κινηματογράφους το ’80 δηλαδή, και προχθές είδα το “director’s cut” του 1992, κυκλοφορεί και το “final cut” του 2007 αλλά από ότι διάβασα οι κύριες διαφορές του είναι στην επεξεργασία του ήχου και την εικόνας. Το “director’s cut” όμως έχει αρκετές διαφορές με το πρώτο. Καταρχάς έχει αφαιρεθεί η αφήγηση του Χάρισον Φορντ. Δεύτερον, έχουν μεγαλώσει κάποιες βίαιες σκηνές και τρίτον, έχει αλλάξει το φινάλε. Θα σου πρότεινα να είναι η τελευταία σου επιλογή το original.

  • Γιώργος Καλαποθαράκος
    on

    Αν σε ενδιαφέρει, σου έχω μερικές ακόμα πληροφορίες για την ταινία και τα παρασκήνιά της.

    Βασίζεται το βιβλίο του Φίλιπ Κ. Ντικ «Do Androids Dream of Electric Sheep?», ουσιαστικά δανείστηκε την ουσία και το όραμα του δυστοπικού μέλλοντος και δεν μετέφερε αυτούσιο το βιβλίο. Παρότι ο συγγραφέας πέθανε πριν βγει στους κινηματογράφους η ταινία, πρόλαβε και είδε τα πρώτα 20 λεπτά που είχαν μονταριστεί. Λέγεται ότι την ενέκρινε. Ο Ρίντλεϊ Σκοτ από την άλλη, έχει δηλώσει ότι δεν είχε διαβάσει το βιβλίο ούτε αφότου ολοκλήρωσε την ταινία.

    Το 1962, ο συγγραφέας πήρε άδεια να μελετήσει έγγραφα της Γκεστάπο από τον β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κάπου εκεί βρήκε μια αναφορά ενός αξιωματικού που παραπονιόταν γιατί δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ από τα κλαψουρίσματα των πεινασμένων, φυλακισμένων παιδιών. Τον τρόμαξε τόσο πολύ που ένας άνθρωπος μπορούσε να δείχνει τέτοια αναισθησία που φαντάστηκε ότι ήταν ρομπότ, ανδροειδές. Από αυτή την ιδέα φαντάστηκε έπειτα κι ολόκληρο το βιβλίο.

    Αν προσέξεις, πολλές φορές τα μάτια των ανδροειδών γυαλίζουν, έχουν ένα περίεργο κοκκινωπό φως. Αυτό το εφέ το πέτυχαν χρησιμοποιώντας μια τεχνική που είχε εφεύρει ο Φριτζ Λανγκ και που είναι γνωστή ως “Schüfftan Process”. Ρίχνουν φως στα μάτια των ηθοποιών σαν διάθλαση από ένα γυαλί-καθρέφτη που σχηματίζει γωνία 45 μοιρών με την κάμερα. Αυτό το φως πολλές φορές φαίνεται και στα μάτια του Ντέκαρτ, του χαρακτήρα του Χάρισον Φορντ, υπονοώντας ότι είναι κι αυτός ανδροειδές (;). Πάντως, το 2000 ο σκηνοθέτης σχολίασε για πρώτη φορά ότι γύρισε την ταινία έχοντας στο μυαλό του ότι ο Ντέκαρτ είναι ρέπλικα. Ο Χάρισον Φόρντ αλλά και ο Ρούτγκερ Χάουαρ είχαν ξεκαθαρίσει εξαρχής ότι διαφωνούν με αυτό, ο Σκοτ τους είπε ότι ο χαρακτήρας δεν είναι ανδροειδές κι έτσι συμφώνησαν να γυριστεί η ταινία. Βέβαια, γίνεται σαφές στην ταινία ότι ο Ντέκαρτ είναι άνθρωπος κι όχι ανδροειδές. Καιρό να έχεις και όρεξη να μπεις στα φόρουμ να διαβάσεις τις απόψεις των “μελετητών” της ταινίας.

    Η μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου, παρότι εκπληκτική και της αναγνωρίστηκε άμεσα, για διάφορους γραφειοκρατικούς λόγους δεν κυκλοφόρησε σε βινύλιο (τότε), παρά δέκα χρόνια αργότερα (και σε cd πλέον). Προσωπικά είναι ένα από τα αγαπημένα μου σάουντρακ.

Αφήστε σχόλιο

↑ Επιστροφή στην κορυφή ↑